ἑξηκοντούτης

ἑξηκοντ-ούτης, ες,
A = ἑξηκονταέτης, Pl.Lg.755a, 812b, Luc.Alex.35, Philops.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑξηκοντούτης — masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑξηκοντούτης masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑξηκοντούτης masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξηκοντούτης — ο (θηλ. εξηκοντούτις) (AM ἑξηκοντούτης, ες) ηλικίας εξήντα ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξήκοντα + ετής, με συναίρεση] …   Dictionary of Greek

  • εξηκοντούτης — ο που έχει ηλικία ή διαρκεί 60 χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑξηκοντούτεις — ἑξηκοντούτης masc/fem acc pl ἑξηκοντούτης masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έτος — Χρονικό διάστημα το οποίο χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Κατά το διάστημα αυτής της περιφοράς, η Γη εκτελεί 366 ολόκληρες περιστροφές –και ένα μέρος– γύρω στον άξονά της. Αν λάβουμε υπόψη τις διαδοχικές… …   Dictionary of Greek

  • υπερεξηκοντούτης — ο / ὑπερεξηκοντέτης, ες, ΝΑ αυτός που έχει ηλικία μεγαλύτερη από εξήντα χρονών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἑξηκοντούτης, ἑξηκονταέτης] …   Dictionary of Greek

  • ἑξηκοντούτας — ἑξηκοντούτᾱς , ἑξηκοντούτης masc/fem acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.